Ποίηση και Λογοτεχνική Τιμιότητα

«Λογοτεχνική τιμιότητα: η οποία πρώτα απ” όλα σημαίνει το να μην βιάζεις ποτέ την έμπνευση, και δεύτερον το να μην επιχειρείς, ορμώμενος από ευτελή κίνητρα φιλοδοξίας, ή επιτυχίας, να την παρουσιάσεις πλουσιότερη και υπερβατικότερη από ό,τι τυχαίνει να είναι: σημαίνει επίσης αντίδραση, κατά τη διάρκεια εργασίας, στην πνευματική οκνηρία που εμποδίζει την ενδοσκόπηση να ολοκληρωθεί, αντίδραση στην ευκολία ν” αφήσεις να σε καθοδηγήσει ο ρυθμός, η ομοιοκαταληξία, αυτό που κοινώς αποκαλείται οίστρος».

«ο φόβος του να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου, μου φαίνεται επιζήμιος: όταν τόσο ένα συγκεκριμένο αίσθημα όσο και η ανάγκη έκφρασης είναι έμφυτα, φυσικό είναι, μέχρις ότου ο άνθρωπος μπορέσει να ξεφύγει από το εγώ του, το αίσθημα αυτό και η ανάγκη τούτη να επαναλαμβάνονται με την εμμονή εκείνου που νιώθει κάτι το οποίο ο λόγος, ο ήχος, όλες οι τέχνες και όλα τα εξωτερικά μέσα αδυνατούν να αποδώσουν στην εντέλεια: εξ ου και η αίσθηση του ανικανοποίητου μετά από κάθε έργο και η ελπίδα να εκφραστείς καλύτερα την επόμενη φορά».

«ο ποιητής οφείλει να αποβλέπει σ” ένα ηθικό πρότυπο ανθρώπου όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένο από εκείνο του επαγγελματία των γραμμάτων, και παρόμοιο αντιθέτως με το πρότυπο του ερευνητή της αλήθειας του εξωτερικού είτε του εσωτερικού μας κόσμου, μια και μόνη είναι άλλωστε η αλήθεια, μόλο που για την έρευνα της ψυχής απαιτείται ίσως μια ανώτερη μορφή διάνοιας».

«Ας σημειωθεί πως ο σύγχρονος ποιητής, αυτόνομος ως προς την αυστηρότητα με την οποία εξοβελίζει από το δημιούργημά του κάθε τελεολογικό στοιχείο, εξω-αισθητικό, είναι κάθε άλλο παρά αυτόνομος στο να ορίζει την τέχνη του, και δέχεται σημαντικά δάνεια από τις άλλες τέχνες, οι οποίες με τη σειρά τους δανείζονται εξίσου από τη δική του, την ποίηση».

«η λέξη γεννιέται από μια εκφραστική ένταση που τη γεμίζει με την πληρότητα του νοήματός της. Η λέξη αντιθέτως που σέρνεται μες στο στομφώδες κενό της ρητορείας, ή που αρέσκεται στο παιχνίδι των διακοσμητικών και αισθητικών ονειροπολήσεων, ή που κυριαρχείται από ένα γραφικό πνεύμα αυθορμητισμού, ή από μια ηδυπαθή μελαγχολία, ή από σκοπούς όχι καθαρά υποκειμενικούς αλλά ταυτόχρονα οικουμενικούς, μου φαίνεται πως δεν επιτύγχανε τον ποιητικό στόχο της».

«Ο ποιητής μετέχει της λογοτεχνίας αφού πρώτα βιώσει την εμπειρία του ανορθόδοξου».

«Ο ποιητής «λέγει» μα συμπυκνώνει στον λόγο την ίδια του την ψυχή, την ίδια του τη γνώση, και «δίνει υπόσταση» στα μυστικά του, οδηγώντας τα από την ανωνυμία στην προσωπική έκφραση».

«Κάθε αληθινός ποιητής είχε ανέκαθεν την προσωπική του στράτευση και δεν περίμενε να του την υποδείξουν κάποιοι – απροσδιορίστου ταυτότητας – ρυθμιστές και καθοδηγητές από τον χώρο της παραγωγής».

«Δεν υπάρχουν γλωσσικά προβλήματα, πειραματισμοί, μπολιάσματα και δάνεια από άλλες λογοτεχνίες, που να μπορούν να αποκτήσουν την αξία κανόνα. Ο κάθε ποιητής δημιουργεί για τον εαυτό του το όργανο εκείνο που πιστεύει πως του είναι αναγκαίο».